κτείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική κτείς κτένε κτένες
Γενική κτενός κτενοῖν κτενῶν
Δοτική κτενί κτενοῖν κτεσί(ν)
Αιτιατική κτέν κτένε κτένᾰς
Κλητική κτείς κτένε κτένες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κτείς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *peḱ-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κτείς αρσενικό