Μετάβαση στο περιεχόμενο

κτενοσακκούλα

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κτενοσακκούλα < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κτενοσακκούλα θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]