Μετάβαση στο περιεχόμενο

κυβερνητική

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κυβερνητική οι κυβερνητικές
      γενική της κυβερνητικής των κυβερνητικών
    αιτιατική την κυβερνητική τις κυβερνητικές
     κλητική κυβερνητική κυβερνητικές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κυβερνητική < λόγιο ενδογενές δάνειο: λόγιο δάνειο από την αγγλική cybernetics, γαλλική cybernétique[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ci.veɾ.ni.tiˈci/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κυβερνητική
ομόηχο: κυβερνητικοί

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κυβερνητική θηλυκό

  • (επιστήμη) η μελέτη, ανάλυση και ρύθμιση της επικοινωνίας στους ζώντες οργανισμούς και τις μηχανές
      1975 Ζακ Γκυγιωμώ [Jacques Guillaumaud], Κυβερνητική και διαλεκτικός υλισμός, μετάφραση από τα γαλλικά: Κώστας Φιλίνης, (Αθήνα: Θεμέλιο, 1975), σ. 19.
    κυβερνητικὴ γίνεται ἔτσι ἡ ἐπιστήμη βασικὰ τῆς πληροφορίας. Θὰ δοῦμε ὅτι πάρα πολλοὶ συγγραφεῖς συμφωνοῦν στὸ νὰ κάνουν τὴ μαθηματικὴ θεωρία τῆς πληροφορίας συστατικὸ μέρος τῆς κυβερνητικῆς. Ἔτσι ἡ κυβερνητικὴ θὰ ἔχει ἐπίσης γιὰ ἀντικείμενό της τὴ γενικὴ μελέτη τῶν σημάτων ἢ τῶν συστημάτων σημάτων, πάντοτε μὲ σκοπὸ νὰ παρέχονται στοιχεῖα τῆς μεταβίβασής τους […]. Τὰ δυὸ λοιπὸν θέματα τῆς διεύθυνσης καὶ τῆς ἐπικοινωνίας συνδέονται στενά.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

κυβερνητική θηλυκό

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. κυβερνητική - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. κυβερνητική - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική κυβερνητική
      γενική τῆς κυβερνητικῆς
      δοτική τῇ κυβερνητικ
    αιτιατική τὴν κυβερνητικήν
     κλητική ! κυβερνητική
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κυβερνητική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου κυβερνητικός. Εννοείται το ουσιαστικό τέχνη.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ky.beɾ.nɛː.ti.kɛ̌ː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: κυβερνητική

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κυβερνητική, -ῆς θηλυκό

  • η τέχνη του κυβερνήτη, αυτού που οδηγεί πλοίο
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια, 2, 1104a
    δεῖ δ᾽ αὐτοὺς ἀεὶ τοὺς πράττοντας τὰ πρὸς τὸν καιρὸν σκοπεῖν, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῆς ἰατρικῆς ἔχει καὶ τῆς κυβερνητικῆς.
    αλλά τα ίδια τα ενεργούντα άτομα πρέπει κάθε φορά να κρίνουν τί ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίσταση — όπως ακριβώς συμβαίνει και στον χώρο της ιατρικής ή στην τέχνη της διακυβέρνησης του πλοίου.
    Μετάφραση (2006): Δημήτριος Λυπουρλής, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος @greeklanguage.gr

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

κυβερνητική θηλυκό