κυβερνοφοβικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κυβερνοφοβικός κυβερνοφοβική κυβερνοφοβικό
γενική κυβερνοφοβικού κυβερνοφοβικής κυβερνοφοβικού
αιτιατική κυβερνοφοβικό κυβερνοφοβική κυβερνοφοβικό
κλητική κυβερνοφοβικέ κυβερνοφοβική κυβερνοφοβικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κυβερνοφοβικοί κυβερνοφοβικές κυβερνοφοβικά
γενική κυβερνοφοβικών κυβερνοφοβικών κυβερνοφοβικών
αιτιατική κυβερνοφοβικούς κυβερνοφοβικές κυβερνοφοβικά
κλητική κυβερνοφοβικοί κυβερνοφοβικές κυβερνοφοβικά

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κυβερνοφοβικός αρσενικό, κυβερνοφοβική θηλυκό, κυβερνοφοβικό ουδέτερο

  1. που δεν συμπαθεί ή φοβάται το ίντερνετ και κάθε κυβερνοχώρο
  2. (μειωτικά) που είτε δεν απαντάται στο διαδίκτυο, είτε είναι κακοσχεδιασμένος και μη λειτουργικός, είτε είναι μερικώς συμβατός, είτε απαιτεί πληρωμή για στοιχειώδη πρόσβαση, είτε έχει κουραστικές δικλείδες ασφαλείας στο βαθμό που να αποτρέπει την χρήση του
    • Ο Ίσμαρος είναι κυβερνοφοβικός λεξικογράφος. Έχει κερδίσει πολλά χρήματα με τα βιβλία του, όμως η κοινωνία ζυμώνεται με τα λήμματα των κυβερνόφιλων.
  3. (πολιτική) που φοβάται να κυβερνήσει ή να κυβερνηθεί

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]