κυβεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυβεύω < αρχαία ελληνική κυβεύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κυβεύω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυβεύω < κύβος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κυβεύω

  1. παίζω ζάρια
  2. ριψοκινδυνεύω, διακινδυνεύω
  3. (+αιτιατική προσώπου) εξαπατώ