κυβόργιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κυβόργιο < κυβερνητικός + οργανισμός + -ιο < λόγιο δάνειο από την αγγλική cyborg < συμφυρμός των cybernetic + organism < αρχαία ελληνική κυβερνητικός + ὀργανισμός.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ciˈvoɾ.ʝi.o/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κυ‐βόρ‐γι‐ο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κυβόργιο ουδέτερο
- βιονικός άνθρωπος με τεχνολογικά μοσχεύματα
- ※ 2014 Donna Haraway, Ανθρωποειδή, κυβόργια και γυναίκες: η επανεπινόηση της φύσης, μεταφράστρια: Πελαγία Μαρκέτου
- Κυβόργιο είναι ένα υβριδικό πλάσμα, σύνθεση οργανισμού και μηχανής. Τα κυβόργια όμως συναπαρτίζονται από τα ιδιαίτερα είδη μηχανών και οργανισμών που αρμόζουν στον ύστερο 20ό αιώνα.
- ≈ συνώνυμα: κυβερνοργανισμός, ανθρωπομηχανή, σάιμποργκ
- ※ 2014 Donna Haraway, Ανθρωποειδή, κυβόργια και γυναίκες: η επανεπινόηση της φύσης, μεταφράστρια: Πελαγία Μαρκέτου
Παράγωγα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ιο (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)