Μετάβαση στο περιεχόμενο

κυβόργιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κυβόργιο τα κυβόργια
      γενική του κυβοργίου
& κυβόργιου
των κυβοργίων
    αιτιατική το κυβόργιο τα κυβόργια
     κλητική κυβόργιο κυβόργια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κυβόργιο < κυβερνητικός + οργανισμός + -ιο < λόγιο δάνειο από την αγγλική cyborg < συμφυρμός των cybernetic + organism < αρχαία ελληνική κυβερνητικός + ὀργανισμός.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ciˈvoɾ.ʝi.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κυβόργιο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κυβόργιο ουδέτερο

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]