κυδώνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κυδώνι τα κυδώνια
      γενική του κυδωνιού των κυδωνιών
    αιτιατική το κυδώνι τα κυδώνια
     κλητική κυδώνι κυδώνια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυδώνι < → λείπει η ετυμολογία
το φρούτο κυδώνι
το μαλάκιο κυδώνι
γλυκό κυδώνι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κυδώνι ουδέτερο

  1. (φρούτο) ο καρπός του φυτού κυδωνιά(Cydonia oblonga), που ανήκει στα εσπεριδοειδή
  2. (γλυκό) το κυδώνι γλυκό του κουταλιού, συνήθως μαζί με λίγα αμύγδαλα
  3. (ζωολογία) δίθυρο μαλάκιο της οικογένειας "Καρδιίδες" (Cardiidae)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]