κυκλοφορία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κυκλοφορία κυκλοφορίες
γενική κυκλοφορίας κυκλοφοριών
αιτιατική κυκλοφορία κυκλοφορίες
κλητική κυκλοφορία κυκλοφορίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυκλοφορία < αρχαία ελληνική κυκλοφορία < κύκλος + φέρω (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική circulation)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κυκλοφορία θηλυκό

  1. η μετακίνηση πεζών ή οχημάτων στις οδούς
  2. η μετακίνηση κάποιων πραγμάτων (στερεών, υγρών ή αερίων)
    η κυκλοφορία του αίματος
  3. η διακίνηση αγαθών ή προϊόντων
  4. η διάδοση, η διασπορά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]