κυκλοφορία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κυκλοφορία οι κυκλοφορίες
      γενική της κυκλοφορίας των κυκλοφοριών
    αιτιατική την κυκλοφορία τις κυκλοφορίες
     κλητική κυκλοφορία κυκλοφορίες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυκλοφορία < αρχαία ελληνική κυκλοφορία < κύκλος + φέρω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική circulation)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κυκλοφορία θηλυκό

  1. η μετακίνηση πεζών ή οχημάτων στις οδούς
  2. η μετακίνηση κάποιων πραγμάτων (στερεών, υγρών ή αερίων)
    η κυκλοφορία του αίματος
  3. η διακίνηση αγαθών ή προϊόντων
  4. η διάδοση, η διασπορά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]