κυκλοφορώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κυκλοφορῶ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυκλοφορώ < κυκλοφορία + (αναδρομικός σχηματισμός)

Ρήμα[επεξεργασία]

κυκλοφορώ

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]