κυλικείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κυλικείο τα κυλικεία
      γενική του κυλικείου των κυλικείων
    αιτιατική το κυλικείο τα κυλικεία
     κλητική κυλικείο κυλικεία
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυλικείο < αρχαία ελληνική κυλικεῖον (ράφι για ποτήρια) < κύλιξ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κυλικείο ουδέτερο

  1. μικρού μεγέθους επιχείρηση, μέσα στο χώρο ιδιωτικής ή δημόσιας υπηρεσίας, η οποία παρέχει τρόφιμα, καφέδες, αναψυκτικά και άλλα είδη, με ή χωρίς χώρο για καθίσματα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]