κυμάτιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κυμάτιο κυμάτια
γενική κυματίου κυματίων
αιτιατική κυμάτιο κυμάτια
κλητική κυμάτιο κυμάτια
Ιωνικό κυμάτιο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυμάτιο < αρχαία ελληνική κυμάτιον < κῦμα + κατάληξη υποκοριστικού -ιον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κυμάτιο ουδέτερο

  1. (κυριολεκτικά) (παρωχημένο) κυματάκι
  2. (αρχιτεκτονική) διακοσμητικό στοιχείο με κυματοειδή μορφή, σε επιστύλιο, κίονα ή άγαλμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φλασκόφυλλο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: κύμα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]