κυματισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ci.ma.tiˈzmos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κυ‐μα‐τι‐σμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κυματισμός αρσενικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κυματίζω
- ※ Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ολόκορμος κυματισμός μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον πόθο. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κυματισμός
|
|