Μετάβαση στο περιεχόμενο

κυνηγετέω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κυνηγετέω < κυνηγέτης

κυνηγετέω

  1. κυνηγάω
  2. κατατρύχω

Συγγενικά

[επεξεργασία]