κυοφορώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυοφορώ < (καθαρεύουσα) κυοφορῶ < αρχαία ελληνική κυοφορέω-κυοφορῶ < κύος και φορέω (θαμιστικό του φέρω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ci.ɔ.fɔ.ˈɾɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κυοφορώ (παθητική φωνή: κυοφορούμαι)

  1. φέρω στη μήτρα μου έμβρυο, είμαι έγκυος· λέγεται για γυναίκες και θηλυκά ζώα
    η γυναίκα κυοφορεί κατά την αναπαραγωγική ηλικία
  2. (μεταφορικά) θα δημιουργήσω κάτι σημαντικό, θετικό ή αρνητικό, όπου νά' ναι θα γεννηθεί κάτι καινούργιο
    κυοφορείται νέο κόμμα


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]