κυριαρχία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κυριαρχία κυριαρχίες
γενική κυριαρχίας κυριαρχιών
αιτιατική κυριαρχία κυριαρχίες
κλητική κυριαρχία κυριαρχίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυριαρχία < κυρίαρχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κυριαρχία θηλυκό

  1. η εξουσία, η δυνατότητα να ορίζει μια ομάδα ή άτομο καταστάσεις με απόλυτο τρόπο
  2. το δικαίωμα της πολιτείας να ασκεί εξουσία στα εσωτερικά της ζητήματα και να καθορίζει την εξωτερικη της πολιτική
    η εθνική κυριαρχία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]