κυριεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυριεύω < αρχαία ελληνική κυριεύω

Ρήμα[επεξεργασία]

κυριεύω, παθητικό κυριεύομαι, παθητική μετοχή κυριευμένος

τον κυρίευσε ο θυμός και δεν ήξερε τι έλεγε

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]