κυριολεκτώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : κυριολεκτῶ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυριολεκτώ < ελληνιστική κοινή κυριολεκτέω / κυριολεκτῶ < αρχαία ελληνική κύριος + λέγω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ci.ɾi.ɔ.lε.ˈktɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κυριολεκτώ

  1. μιλάω χρησιμοποιώντας κάθε λέξη ή φράση με την κύρια σημασία τους
  2. μιλάω ξεκάθαρα και με σαφήνεια, χωρίς να υπερβάλλω

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]