κυρτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυρτός < αρχαία ελληνική κυρτός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κυρτός

  1. που έχει γύρει
  2. που η επιφάνειά του είναι καμπύλη και το κεντρικό του σημείο μπορεί να έρθει σε επαφή με επίπεδη επιφάνεια
  3. (μαθηματικά) σχήμα του οποίου οποιαδήποτε δύο σημεία του μπορούν να ενωθούν με ευθύγραμμο τμήμα το οποίο να περιλαμβάνεται μέσα στο σχήμα
    όλα τα τρίγωνα είναι κυρτά

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κυρτός

  1. καμπυλωτός, τοξωτός, αψιδωτός, λέγεται για κύμα που ξεσπά