κυστεΐνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυστεΐνη < κυστίνη < κύστις + -ίνη (η κυστίνη αρχικά απομονώθηκε από νεφρόλιθους).

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Συντακτικός τύπος κυστεΐνης.

κυστεΐνη θηλυκό

  1. (βιολογία) ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη.
  2. (βιοχημεία, αμινοξύ) μη απαραίτητο αμινοξύ που περιέχει θείο. Έχει τύπο HS-CH2-CH(NH2)-COOH και σύμβολο Cys ή C. Χαρακτηριστικό της κυστεΐνης είναι ότι έχει ομάδα θειόλης (ρίζα -SH) με την οποία συμμετέχει σε οξειδοαναγωγικές αντιδράσεις. Δύο μόρια κυστεΐνης μπορούν να ενωθούν με δισουλφιδικό δεσμό (γέφυρα θείου S-S) και να σχηματίσουν κυστίνη.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]