κυτταρίτιδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κυτταρίτιδα κυτταρίτιδες
γενική κυτταρίτιδας κυτταρίτιδων
αιτιατική κυτταρίτιδα κυτταρίτιδες
κλητική κυτταρίτιδα κυτταρίτιδες
εμφάνιση κυτταρίτιδας

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυτταρίτιδα < κύτταρο + -ίτιδα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κυτταρίτιδα θηλυκό

  • (ιατρική) τοπογραφική τροποποίηση κατά την οποία το δέρμα παίρνει μια όψη «φλούδας πορτοκαλιού»

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]