κυτταροπροστατευτικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυτταροπροστατευτικά < κύτταρο + προστατευτικός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κυτταροπροστατευτικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (φαρμακευτική): γενική ονομασία ομάδας φαρμάκων που η δράση τους παρέχει προστασία σε ορισμένα κύτταρα, συνήθως αναστέλλοντας κάποιες παράλληλες λειτουργίες.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]