κωλάδικο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κωλάδικο κωλάδικα
γενική κωλάδικου κωλάδικων
αιτιατική κωλάδικο κωλάδικα
κλητική κωλάδικο κωλάδικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κωλάδικο < κώλος + -άδικο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κωλάδικο ουδέτερο και κωλόμπαρο

  1. (αργκό) μπαρ ή άλλο νυχτερινό κέντρο με γυναίκες που προσφέρουν τη συντροφιά τους επί πληρωμή
  2. (μειωτικά - απαξιωτικά) το αχούρι
    Άνοιξε κάνα παράθυρο να ξεβρομίσει, στρώσε το κρεβάτι σου και καθάρισε! Κωλάδικο το έκανες εδώ μέσα!

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]