κωλάρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κωλάρα < κώλος + -άρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κωλάρα θηλυκό

  1. μεγάλος κώλος
    Έχει μιά κωλάρα...