κωλοπιλάλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κωλοπιλάλα κωλοπιλάλες
γενική κωλοπιλάλας
αιτιατική κωλοπιλάλα κωλοπιλάλες
κλητική κωλοπιλάλα κωλοπιλάλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κωλοπιλάλα < κώλος + πιλάλα < πιλαλώ + (αναδρομικός σχηματισμός) < ελληνιστική κοινή ἐπιλαλῶ < λαλέω[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κωλοπιλάλα θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  1. H δεύτερη εισήγηση, η οποία προκρίνεται ως συνεπέστερη, είναι η πρόταση του Κοραή, ο οποίος έθεσε ως αφετηρία τον αόριστο ἐπιλάλησα του ελνστ. ἐπιλαλῶ «φλυαρώ, μιλώ γρήγορα» (και κατ' επέκταση «τρέχω γρήγορα»), που ενισχύεται από τον τύπο πιλαλάω στη διάλεκτο της Κάτω Ιταλίας. Στα δύο πιο πρόσφατα λεξικογραφικά έργα της Μεσαιωνικής Ελληνικής, το λεξικό τού Κριαρά και το λεξικό τού Trapp, προκρίνεται η ετυμολόγηση του Κοραή και το ρήμα γράφεται κανονικά με -ι-: πιλαλώ. (Θεόδωρος Μωυσιάδης, Ιεράρχηση κριτηρίων στην ετυμολογική έρευνα, Γλωσσολογία/Glossologia 19 (2011), σελ. 47)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]