κωλοτούμπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κωλοτούμπα κωλοτούμπες
γενική κωλοτούμπας
αιτιατική κωλοτούμπα κωλοτούμπες
κλητική κωλοτούμπα κωλοτούμπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κωλοτούμπα < κώλος + -ο- + τούμπα

Open book 01.svg Ουσιαστικό

κωλοτούμπα θηλυκό

  1. τούμπα η οποία πραγματοποιείται με το κεφάλι προς τα κάτω και τα πόδια προς τα πάνω
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κυβίστηση, τούμπα
  2. (μεταφορικά) υπαναχώρηση από τις αρχικές απόψεις ή θέσεις, πλήρης μεταστροφή σε σχέση με όσα πριν υποστήριζε κάποιος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις