κωλοφαρδία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- κωλοφαρδία < Συγχρονικά αναλύεται σε κωλόφαρδ(ος) + -ία. Μορφολογικά αναλύεται σε κωλο- + φαρδ(ύς) + -ία.
Προφορά
- ΔΦΑ : /ko.lo.faɾˈði.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κω‐λο‐φαρ‐δί‐α
Ουσιαστικό
κωλοφαρδία θηλυκό (λαϊκό)
- μεγάλη τύχη στην χαρτοπαιξία, στα ζάρια, στα τυχερά παιχνίδια
- (γενικότερα) καλοτυχία (γενικά στην ζωή)
Μεταφράσεις
κωλοφαρδία
|
Πηγές
- κωλοφαρδία - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- κωλοφαρδία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- κωλοφαρδία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ία (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα κωλο- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λαϊκοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)