Μετάβαση στο περιεχόμενο

κωλοφαρδία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κωλοφαρδία οι κωλοφαρδίες
      γενική της κωλοφαρδίας των κωλοφαρδιών
    αιτιατική την κωλοφαρδία τις κωλοφαρδίες
     κλητική κωλοφαρδία κωλοφαρδίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

κωλοφαρδία < Συγχρονικά αναλύεται σε κωλόφαρδ(ος) + -ία. Μορφολογικά αναλύεται σε κωλο- + φαρδ(ύς) + -ία.

Προφορά

ΔΦΑ : /ko.lo.faɾˈði.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κωλοφαρδία

Ουσιαστικό

κωλοφαρδία θηλυκό (λαϊκό)

  1. μεγάλη τύχη στην χαρτοπαιξία, στα ζάρια, στα τυχερά παιχνίδια
     συνώνυμα: ρέντα
     αντώνυμα: γκίνια
  2. (γενικότερα) καλοτυχία (γενικά στην ζωή)

Μεταφράσεις

Πηγές