κωλυσιεργία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κωλυσιεργία κωλυσιεργίες
γενική κωλυσιεργίας κωλυσιεργιών
αιτιατική κωλυσιεργία κωλυσιεργίες
κλητική κωλυσιεργία κωλυσιεργίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κωλυσιεργία < κωλύω + έργο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κωλυσιεργία θηλυκό

  1. η ενέργεια του κωλυσιεργώ, η διαρκής παρεμβολή ή επίκληση εμποδίων, πραγματικών ή τεχνητών, σε μια διαδικασία με σκοπό αυτή να καθυστερήσει ή να μην ολοκληρωθεί

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • παρεμπόδιση
  • παρακώλυση

Μετάφραση[επεξεργασία]

λόγω αδιαφορίας[επεξεργασία]