κωλόγερος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κωλόγερος αρσενικό
- (προφορικό, υβριστικό) προσβλητικός χαρακτηρισμός απεχθούς, ανήθικου ή και ενοχλητικού ηλικιωμένου ανθρώπου