Μετάβαση στο περιεχόμενο

κωλότσεπη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κωλότσεπη οι κωλότσεπες
      γενική της κωλότσεπης των κωλότσεπων
    αιτιατική την κωλότσεπη τις κωλότσεπες
     κλητική κωλότσεπη κωλότσεπες
Κατηγορία όπως «ασημόσκονη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
κωλότσεπη

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κωλότσεπη < κωλό- + τσέπη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κωλότσεπη θηλυκό

  • η τσέπη παντελονιού, και σπανιότερα φούστας, που βρίσκεται στο πίσω μέρος, στο ύψος του γοφού
      «Δεν έχουν το Θεό τους» είπε ο Άκης. «Η Παπακώστα προχθές μου 'χωσε στην κωλότσεπη -αν είστε χριστιανοί, στην κωλότσεπη- μια φωτογραφία της γυμνή, όπως τη γέννησε η μάνα της» (Θανάσης Χειμωνάς, Η μπλε ώρα, εκδ. Πατάκης, 2016)
      Η Αννέτε έβγαλε μια ταμπακιέρα από την κωλότσεπη. Έφερε στα χείλη της ένα τσιγάρο χωρίς να το ανάψει. (Αμάντα Μιχαλοπούλου, Πώς να κρυφτείς, εκδ. Καστανιώτη, 2010)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]