κωλότσεπη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κωλότσεπη θηλυκό
- η τσέπη παντελονιού, και σπανιότερα φούστας, που βρίσκεται στο πίσω μέρος, στο ύψος του γοφού
- ※ «Δεν έχουν το Θεό τους» είπε ο Άκης. «Η Παπακώστα προχθές μου 'χωσε στην κωλότσεπη -αν είστε χριστιανοί, στην κωλότσεπη- μια φωτογραφία της γυμνή, όπως τη γέννησε η μάνα της» (Θανάσης Χειμωνάς, Η μπλε ώρα, εκδ. Πατάκης, 2016)
- ※ Η Αννέτε έβγαλε μια ταμπακιέρα από την κωλότσεπη. Έφερε στα χείλη της ένα τσιγάρο χωρίς να το ανάψει. (Αμάντα Μιχαλοπούλου, Πώς να κρυφτείς, εκδ. Καστανιώτη, 2010)