κωλόχαρτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κωλόχαρτο κωλόχαρτα
γενική κωλόχαρτου κωλόχαρτων
αιτιατική κωλόχαρτο κωλόχαρτα
κλητική κωλόχαρτο κωλόχαρτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κωλόχαρτο < κώλος + -ο- + χαρτί + -ο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κωλόχαρτο ουδέτερο

  1. χαρτί υγείας
    Ρίχνοντας μέσα της τα κωλόχαρτα, την βούλωσε την λεκάνη...
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κωλοσφούγγι
  2. δυσάρεστο ή άχρηστο έγγραφο
    Μου έστειλε πάλι τα κωλόχαρτά της η Εφορία....
    Αυτά τα κωλόχαρτα τι τα κρατάς; Δεν βοηθάνε...

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]