κωμόπολη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κωμόπολη οι κωμοπόλεις
      γενική της κωμόπολης
& κωμοπόλεως
των κωμοπόλεων
    αιτιατική την κωμόπολη τις κωμοπόλεις
     κλητική κωμόπολη κωμοπόλεις
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κωμόπολη < κώμη + πόλη

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ.ˈmɔ.pɔ.li/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κωμόπολη θηλυκό

  • (γεωγραφία) κατοικημένη περιοχή μεγαλύτερη από το χωριό και μικρότερη από την πόλη. Πληθυσμιακά κυμαίνεται μεταξύ 1.000 και 9.999 κατοίκων και χαρακτηρίζεται από ποικίλων μορφών δραστηριότητες
οι Μοίρες ήταν η μεγαλύτερη κωμόπολη της Μεσσαράς

Μεταφράσεις[επεξεργασία]