κωφός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κωφός κωφοί
γενική κωφού κωφών
αιτιατική κωφό κωφούς
κλητική κωφέ κωφοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κωφός < αρχαία ελληνική κωφός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κωφός -ή -ό (και κουφός)

  • που στερείται την ακοή του, που δεν μπορεί να ακούσει εξαιτίας κάποιας βλάβης στα αισθητήρια όργανα της ακοής


Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]