κόβω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]κόβω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κόβω < αρχαία ελληνική κόπτω. Για την αλλαγή -πτ- > -β- δείτε κόβω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈko.vo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κό‐βω
Ρήμα
[επεξεργασία]κόβω, πρτ.: έκοβα, στ.μέλλ.: θα κόψω, αόρ.: έκοψα, παθ.φωνή: κόβομαι, π.αόρ.: κόπηκα, μτχ.π.π.: κομμένος
- διαιρώ κάτι σε μικρότερα μέρη
Πότε θα κοπεί η πρωτοχρονιάτικη πίτα;
- αφαιρώ ένα μέρος από κάτι· αποκόπτω
Έκοψε ένα κλαδί από το δέντρο - το κείμενο είναι πολύ μεγάλο, να κόψουμε κάτι
Κόπηκε ένα κλαδί από το δέντρο- ※ σαν έμπαινε στο λουτρό να ξουριστεί, ήμουν με την ψυχή στο στόμα: κόβονταν ίσαμε εκατό φορές, το άκουγα να σκούζει και να σιγοβρίζει, κι έπειτα τα μούτρα του ήταν σαν κιγμάς, μες στα αίματα, που όσα κομματάκια χαρτί και να κόλλαγε, δεν φτούραγαν να το ρουφήξουν. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)
- διακόπτω κάτι ή κάποιον
Τον έκοψαν πάνω στο καλύτερο.
- εγκαταλείπω, διακόπτω μια συνήθεια
- αναγκάζω κάποιον να διακόψει μια συνήθεια
Θα του τα κόψω εγώ αυτά.
- (λαϊκότροπο) υποθέτω ή δημιουργώ ή έχω μια γνώμη για τον χαρακτήρα κάποιου
Δεν τον έκοψες τι κουμάσι ήταν;
Εγώ σε κόβω για πολύ καλό μαθητή και ελπίζω να μη με απογοητεύσεις στις εξετάσεις.
- (χαρτοπαίγνιο) μετακινώ ένα τμήμα της τράπουλας από το πάνω στο κάτω μέρος της
- (σχολική ζωή, διαγωνισμοί) ως βαθμολογητής βάζω βαθμό κάτω από τη βάση σε κάποιον
κόπηκε στα μαθηματικά
- (μαγειρική, αμετάβατο) για κρέμες όταν αλλοιώνεται η όψη και η γεύση τους επειδή το αυγό που περιέχεται στα υλικά τους βράζει
Αν δεν ανακατεύεις συνέχεια το αβγολέμονο, θα σου κόψει.
- (μαγειρική, αμετάβατο) για το γάλα όταν έχει τυροποιηθεί μερικώς λόγω όξυνσης ή ηλικίας
Ποιος ξέρει πόσες μέρες το έχει αυτό το γάλα, έβαλα να το ζεστάνω και αυτό έκοψε.
- (αμετάβατο) στρίβω με όχημα ή πεζός
- ※ Ο Γκανίας αγόρασε ένα κουλούρι κι έκοψε απ’ την οδό Ακαδημίας. (Τάσος Αθανασιάδης (1984) Οι τελευταίοι εγγονοί [μυθιστόρημα])
- (αθλητισμός) παρεμβαίνω αμυντικά και αποτρέπω επιθετική κίνηση ή πάσα του αντιπάλου
- (παρωχημένο) σκοτώνω
- ※ Απολογάτ' ο Κεχαγιάς προς τον Κολοκοτρώνη.
- "Κάνε νισάφι στην Τουρκιά, κόψε, μόν' άφσε κιόλας"
- Τι τσαμπουνάς, βρωμότουρκε; τι λες παλιομουρτάτη;
- Νισάφι έκαμες εσύ στην έρημη Βοστίτσα
- οπόσφαξες τ' αδέρφια μας κι όλους τους εδικούς μας;
- Ο γέρων Κολοκοτρώνης, τόμος Α΄, Βιβλιοθήκη της Εστίας, 1889, σελ. 176, δημοτικό τραγούδι «Για το πάρσιμο της Τρομπολιτζάς»
- → και δείτε το παθητικό κόβομαι
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- κόβω δρόμο
- κόβω νόμισμα
- κόβω πέρα
- κόβω τα ήπατα, μου κόπηκαν τα ήπατα
- κόβω τα πόδια, μου κόπηκαν τα πόδια
- κόβω τα πολλά πολλά με κάποιον/κάτι
- κόβω τα φτερά
- κόβω τη μαγιονέζα
- κόβω τη χολή
- κόβω το βήχα, κόβω τον βήχα
- κόβω το λαιμό μου
- κόβει το μυαλό μου, μου κόβει
- κόβει το μάτι μου
- κόβω το τιμόνι δεξιά ή αριστερά
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]όπως ενδεικτικά
Επίσης
→ και δείτε τη λέξη κόπτω για περισσότερα σύνθετα
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | κόβω | έκοβα | θα κόβω | να κόβω | κόβοντας | |
| β' ενικ. | κόβεις | έκοβες | θα κόβεις | να κόβεις | κόβε | |
| γ' ενικ. | κόβει | έκοβε | θα κόβει | να κόβει | ||
| α' πληθ. | κόβουμε | κόβαμε | θα κόβουμε | να κόβουμε | ||
| β' πληθ. | κόβετε | κόβατε | θα κόβετε | να κόβετε | κόβετε | |
| γ' πληθ. | κόβουν(ε) | έκοβαν κόβαν(ε) |
θα κόβουν(ε) | να κόβουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | έκοψα | θα κόψω | να κόψω | κόψει | ||
| β' ενικ. | έκοψες | θα κόψεις | να κόψεις | κόψε | ||
| γ' ενικ. | έκοψε | θα κόψει | να κόψει | |||
| α' πληθ. | κόψαμε | θα κόψουμε | να κόψουμε | |||
| β' πληθ. | κόψατε | θα κόψετε | να κόψετε | κόψτε | ||
| γ' πληθ. | έκοψαν κόψαν(ε) |
θα κόψουν(ε) | να κόψουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω κόψει | είχα κόψει | θα έχω κόψει | να έχω κόψει | ||
| β' ενικ. | έχεις κόψει | είχες κόψει | θα έχεις κόψει | να έχεις κόψει | ||
| γ' ενικ. | έχει κόψει | είχε κόψει | θα έχει κόψει | να έχει κόψει | ||
| α' πληθ. | έχουμε κόψει | είχαμε κόψει | θα έχουμε κόψει | να έχουμε κόψει | ||
| β' πληθ. | έχετε κόψει | είχατε κόψει | θα έχετε κόψει | να έχετε κόψει | ||
| γ' πληθ. | έχουν κόψει | είχαν κόψει | θα έχουν κόψει | να έχουν κόψει |
| |
Παθητική φωνή → λείπει η κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | κόβομαι | κοβόμουν(α) | θα κόβομαι | να κόβομαι | ||
| β' ενικ. | κόβεσαι | κοβόσουν(α) | θα κόβεσαι | να κόβεσαι | κόβου | |
| γ' ενικ. | κόβεται | κοβόταν(ε) | θα κόβεται | να κόβεται | ||
| α' πληθ. | κοβόμαστε | κοβόμαστε κοβόμασταν |
θα κοβόμαστε | να κοβόμαστε | ||
| β' πληθ. | κόβεστε | κοβόσαστε κοβόσασταν |
θα κόβεστε | να κόβεστε | κόβεστε | |
| γ' πληθ. | κόβονται | κόβονταν κοβόντουσαν |
θα κόβονται | να κόβονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | κόπηκα | θα κοπώ | να κοπώ | κοπεί | ||
| β' ενικ. | κόπηκες | θα κοπείς | να κοπείς | κόψου | ||
| γ' ενικ. | κόπηκε | θα κοπεί | να κοπεί | |||
| α' πληθ. | κοπήκαμε | θα κοπούμε | να κοπούμε | |||
| β' πληθ. | κοπήκατε | θα κοπείτε | να κοπείτε | κοπείτε | ||
| γ' πληθ. | κόπηκαν κοπήκαν(ε) |
θα κοπούν(ε) | να κοπούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω κοπεί | είχα κοπεί | θα έχω κοπεί | να έχω κοπεί | κομμένος | |
| β' ενικ. | έχεις κοπεί | είχες κοπεί | θα έχεις κοπεί | να έχεις κοπεί | ||
| γ' ενικ. | έχει κοπεί | είχε κοπεί | θα έχει κοπεί | να έχει κοπεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε κοπεί | είχαμε κοπεί | θα έχουμε κοπεί | να έχουμε κοπεί | ||
| β' πληθ. | έχετε κοπεί | είχατε κοπεί | θα έχετε κοπεί | να έχετε κοπεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν κοπεί | είχαν κοπεί | θα έχουν κοπεί | να έχουν κοπεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κόβω
|
διακόπτω μια συνήθεια
Πηγές
[επεξεργασία]- κόβω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- κόβω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]κόβω < κόπτω με βάση το συνοπτικό θέμα κοψ- κατά το σχήμα κρύπτω>κρύβω [1]
Ρήμα
[επεξεργασία]κόβω
- άλλη μορφή του κόπτω
- άλλες μορφές: κόβγω
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κόβω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- κόπτωρ & μορφές - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Χαρτοπαίγνια (νέα ελληνικά)
- Μαγειρική (νέα ελληνικά)
- Αθλητισμός (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ρήματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)