κόβω την καλημέρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]κόβω την καλημέρα
- διακόπτω τις όποιες συνομιλίες ή επαφές με κάποιον ή κάποιους
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κόβω την καλημέρα