κόγχη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : κόχη

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόγχη κόγχες
γενική κόγχης κογχών
αιτιατική κόγχη κόγχες
κλητική κόγχη κόγχες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόγχη < αρχαία ελληνική κόγχη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *konkhe (κέλυφος, κοχύλι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόγχη θηλυκό

  1. (αρχιτεκτονική) (θρησκεία) ημικυκλική εσοχή σε τοίχο κτίσματος ή ναού, που έχει κυρίως διακοσμητικό χαρακτήρα
  2. (ανατομία) (οστέινη συνήθως) κοιλότητα του σώματος
    Η μικροσκοπική εξέταση αποκάλυψε όμως κάποια αδιόρατα σημάδια στην οφθαλμική κόγχη που πρέπει να δημιουργήθηκαν από μακρόχρονη επαφή. (*)
  3. (γεωλογία) είδος κοιλώματος κοντό σε κορυφή βουνού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κόγχη κόγχα κόγχαι
Γενική κόγχης κόγχαιν κογχῶν
Δοτική κόγχ κόγχαιν κόγχαις
Αιτιατική κόγχην κόγχα κόγχας
Κλητική κόγχη κόγχα κόγχαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόγχη < αρχαία ελληνική κόγχη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *konkhe (κέλυφος, κοχύλι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόγχη θηλυκό

  1. (αρχιτεκτονική) (θρησκεία) κόγχη
  2. γωνία



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κόγχη κόγχα κόγχαι
Γενική κόγχης κόγχαιν κογχῶν
Δοτική κόγχ κόγχαιν κόγχαις
Αιτιατική κόγχην κόγχα κόγχας
Κλητική κόγχη κόγχα κόγχαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόγχη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *konkhe (κέλυφος, κοχύλι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόγχη θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]