κόκκαλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόκκαλο κόκκαλα
γενική κόκκαλου κόκκαλων
αιτιατική κόκκαλο κόκκαλα
κλητική κόκκαλο κόκκαλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόκκαλο < μεσαιωνική ελληνική κόκκαλον < αρχαία ελληνικήκόκκαλος (μετατράπηκε σε ουδέτερο επειδή ήταν ουδέτερο το ὀστοῦν)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόκκαλο ουδέτερο

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • μερικά λεξικά το λεξικογραφούν και το θεωρούν σωστό με αυτήν τη γραφή και άλλα με ένα κάπα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]