κόκκινος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κόκκινος κόκκινη κόκκινο
γενική κόκκινου κόκκινης κόκκινου
αιτιατική κόκκινο κόκκινη κόκκινο
κλητική κόκκινε κόκκινη κόκκινο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κόκκινοι κόκκινες κόκκινα
γενική κόκκινων κόκκινων κόκκινων
αιτιατική κόκκινους κόκκινες κόκκινα
κλητική κόκκινοι κόκκινες κόκκινα
Διάφορες αποχρώσεις του κόκκινου

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόκκινος < ελληνιστική κοινή κόκκινος < αρχαία ελληνική κόκκος < προελληνική

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κόκκινος, κόκκινη, κόκκινο

  1. που έχει το χρώμα της φωτιάς, του αίματος, της παπαρούνας
    κόκκινος (χρώμα):   
  2. (ουσιαστικοποιημένο) κόκκινο: το σχετικό χρώμα
    κόκκινο (χρώμα):   
  3. (ουσιαστικοποιημένο) κόκκινος:
    1. (πολιτική) ο κομμουνιστής
    2. (αθλητισμός) ο οπαδός συγκεκριμένης ομάδας με κυρίαρχο το κόκκινο χρώμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]