κόλλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόλλα κόλλες
γενική κόλλας κολλών
αιτιατική κόλλα κόλλες
κλητική κόλλα κόλλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόλλα < → λείπει η ετυμολογία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkɔ.la/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόλλα θηλυκό

  1. παχύρρευστη ουσία που χρησιμοποιείται για να κολλήσουν στέρεα μεταξύ τους δύο σώματα
    συνώνυμα: γόμα
  2. ένα φύλλο χαρτιού για γράψιμο
    • κόλλα αναφοράς
    • θα σε τυλίξω σε μια κόλλα χαρτί: (απειλή) θα σου κάνω αγωγή ή αναφορά στους ανωτέρους σου και θα έχεις προβλήματα
  3. το χαρτί (κυπριακή διάλεκτος)
  4. (παρωχημένο) ουσία, συνήθως μίγμα νερού με αλεύρι ή ζάχαρη, που χρησιμοποιείται για να παραμείνει σκληρό και σιδερωμένο το τμήμα ή ολόκληρο το ρούχο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόλλα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόλλα

  1. γενική ονομασία για παχύρευστα υγρά που έχουν την ιδιότητα να ενώνουν μόνιμα δύο αντικείμενα