κόλλυβα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα κόλλυβα
      γενική των κολλύβων
    αιτιατική τα κόλλυβα
     κλητική κόλλυβα
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόλλυβα < μεσαιωνική ελληνική κόλλυβα (γλύκισμα από στάρι) < ελληνιστική κοινή κόλλυβα < μεσαιωνική ελληνική κόλλυβος (μικρό νόμισμα)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόλλυβα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • με ξένα κόλλυβα: 1. με τα χρήματα άλλων 2. αφήνω να εννοηθεί ότι είναι δικό μου κατόρθωμα ενώ στην πραγματικότητα έγινε είτε με τη βοήθεια άλλων είτε αποκλειστικά από άλλους

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]