κόλλυβα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόλλυβα < μεσαιωνική ελληνική κόλλυβον (γλύκισμα από στάρι) < αρχαία ελληνική κόλλυβος (μικρό νόμισμα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόλλυβα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. γλύκισμα από βρασμένο στάρι και ξηρούς καρπούς που προσφέρεται σε κηδείες και μνημόσυνα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • με ξένα κόλλυβα: 1. με τα χρήματα άλλων 2. αφήνω να εννοηθεί ότι είναι δικό μου κατόρθωμα ενώ στην πραγματικότητα έγινε είτε με τη βοήθεια άλλων είτε αποκλειστικά από άλλους

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]