κόλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : κώλος, -κολος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κόλος, -ος, -ον

  1. κομμένος στην άκρη, κολοβός
    τὸ μὲν Τελαμώνιος Αἴας πῆλ' αὔτως ἐν χειρὶ κόλον δόρυ (Ομήρου Ιλιάδα Π 117)
    Αυτό έτσι, ο Αίας κολοβό το σούσε μες στη χούφτα (μετάφραση Αλέξανδρου Πάλλη)
  2. είδος κατσίκας χωρίς κέρατα
  3. που έχει διακοπεί
    κόλος μάχη (ονομασία της ραψωδίας Θ της Ιλιάδας)
    δείτε τη λέξη: κολοβομάχη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 826