κόλπο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: κόλπος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κόλπο τα κόλπα
      γενική του κόλπου των κόλπων
    αιτιατική το κόλπο τα κόλπα
     κλητική κόλπο κόλπα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόλπο < μεσαιωνική ελληνική κόλπο < ιταλική colpo < υστερολατινική colpus < λατινική colophus < colaphus < αρχαία ελληνική κόλαφος (αντιδάνειο)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkɔl.pɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόλπο ουδέτερο

  1. πονηρός εναλλακτικός τρόπος επίτευξης στόχου που δεν θα επιτυγχανόταν με τους συνηθισμένους τρόπους
  2. οργανωμένος εναλλακτικός τρόπος επίτευξης στόχου και εξαπάτησης
  3. (αργκό) πονηρός τρόπος επίτευξης στόχου και εξαπάτησης σε χαρτοπαιξία

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]