κόμη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κόμμι, κώμη

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόμη κόμες
γενική κόμης κομών
αιτιατική κόμη κόμες
κλητική κόμη κόμες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόμη < αρχαία ελληνική κόμη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'kɔ.mi/

Ομώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόμη θηλυκό

  1. (λόγιο) το σύνολο της τριχοφυΐας στο πάνω και πίσω μέρος του ανθρώπινου κεφαλιού
    ο Νίκος έχει πλούσια κόμη
  2. το φύλλωμα ενός δέντρου

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κόμη κόμα κόμαι
Γενική κόμης κόμαιν κομῶν
Δοτική κόμ κόμαιν κόμαις
Αιτιατική κόμην κόμα κόμας
Κλητική κόμη κόμα κόμαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόμη : Συνδέεται ετυμολογικά με το κομάω/κομῶ (πιθανώς και να προέρχεται απ’ αυτό με αναδρομικό σχηματισμό)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόμη θηλυκό

  1. κόμη, μαλλιά
  2. γένι
  3. (μεταφορικά) φύλλωμα δέντρου
  4. η φωτεινή ουρά ενός κομήτη