κόμματος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κόμματος < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κόμματος αρσενικό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]κόμματος