κόνξα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόνξα κόνξες
γενική κόνξας
αιτιατική κόνξα κόνξες
κλητική κόνξα κόνξες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόνξα < αγγλική conk, γ΄ ενικό: conks[1] όπως χρησιμοποιείται και στην περίφραση conk out (παθαίνω βλάβη)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόνξα θηλυκό (συνήθως στον πληθυντικό)

  1. καπρίτσιο, νούμερο, πείσμα
    μου κάνει κόνξες επειδή δεν την πήρα τηλέφωνο
  2. πράξη ή συμπεριφορά αντίδρασης

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. κόνξα στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.