κόνξα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόνξα κόνξες
γενική κόνξας
αιτιατική κόνξα κόνξες
κλητική κόνξα κόνξες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόνξα < αγγλική conk, γ΄ ενικό: conks, χρησιμοποείται κυρίως στην περίφραση conk out, παθαίνω βλάβη

conk (ουσιαστικό): διάλειψις (βενζινομηχανής), κόνξα ["Μέγα αγγλοελληνικόν λεξικόν", επιμ. Τσαβέα, 1960]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόνξα θηλυκό

  1. καπρίτσιο, νούμερο, πείσμα
    Μου κάνει κόνξα επειδή δεν την πήρα τηλέφωνο.
  2. πράξη ή συμπεριφορά αντίδρασης

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]