Μετάβαση στο περιεχόμενο

κόπικας

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κόπικας < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κόπικας αρσενικό (και σήμερα σε χρήση ως ιδιωματικό)

  1. (έντομο) σκόρος
  2. (μεταφορικά) κρυφό μαράζι, «σαράκι»