κόπρανο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόπρανο κόπρανα
γενική κοπράνου κοπράνων
αιτιατική κόπρανο κόπρανα
κλητική κόπρανο κόπρανα
κόπρανο < κόπρανα < αρχαία ελληνική κόπρανα < κόπρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόπρανο ουδέτερο απαντά συνήθως στον πληθυντικό: τα κόπρανα

  • το αποπάτημα, το σκατό, το κουράδι, η κουράδα
    Τα απολιθώματα ταινίας είναι εξαιρετικά σπάνια, ωστόσο οι ερευνητές του Ομοσπονδιακού Πανεπιστημίου του Ρίο Γκράντε είχαν την τύχη να εντοπίσουν μικροσκοπικά αβγά σε ένα απολιθωμένο κόπρανο καρχαρία, το οποίο έκοψαν σε λεπτές φέτες και εξέτασαν στο μικροσκόπιο. (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]