κόπρισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κόπρισμα τα κοπρίσματα
      γενική του κοπρίσματος των κοπρισμάτων
    αιτιατική το κόπρισμα τα κοπρίσματα
     κλητική κόπρισμα κοπρίσματα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόπρισμα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόπρισμα ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]