κόπρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόπρος κόπροι
γενική κόπρου κόπρων
αιτιατική κόπρο κόπρους
κλητική κόπρε κόπροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόπρος < αρχαία ελληνική κόπρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

κόπρος θηλυκό

  1. βρομιά
  2. (μεταφορικά) βρόμικη ενέργεια ή υπόθεση

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόπρος κόπροι
γενική κόπρου κόπρων
αιτιατική κόπρο κόπρους
κλητική κόπρε κόπροι

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

κόπρος αρσενικό

  1. αδέσποτο σκυλί
  2. (μεταφορικά-μειωτικά) τεμπέλης

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Device of the Palaiologos Dynasty.svg Μεσαιωνική ελληνική (gkm) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόπρος ουδέτερο


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κόπρος κόπρω κόπροι
Γενική κόπρου κόπροιν κόπρων
Δοτική κόπρ κόπροιν κόπροις
Αιτιατική κόπρον κόπρω κόπρους
Κλητική κόπρε κόπρω κόπροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόπρος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kekʷō-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόπρος θηλυκό

  1. τα περιττώματα των ανθρώπων ή των ζώων
  2. κοπριά
  3. ακαθαρσία, ρύπος