κόπτρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόπτρια κόπτριες
γενική κόπτριας κοπτριών
αιτιατική κόπτρια κόπτριες
κλητική κόπτρια κόπτριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόπτρια < κόπτης + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόπτρια θηλυκό

δείτε τη λέξη: κόπτης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]