κόρακας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόρακας κόρακες
γενική κόρακα κοράκων
αιτιατική κόρακα κόρακες
κλητική κόρακα κόρακες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κόρακας < αρχαία ελληνική κόραξ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈkɔ.ɾa.kas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ένας κόρακας

κόρακας αρσενικό και κοράκι ουδέτερο

  1. (ορνιθολογία) μαύρο σαρκοφάγο πουλί
  2. (μεταφορικά) μαύρος

Εκφράσεις[]

  • άι στον κόρακα!: άι στο διάολο!

Παροιμίες[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]